φράγκο

φράγκο
το, Ν
1. νομισματική μονάδα τής Γαλλίας, τής Ελβετίας, τού Λουξεμβούργου και τού Βελγίου, τού Λιχτενστάιν, τού Μονακό, τών περισσότερων γαλλικών και τέως βελγικών υπερπόντιων κτήσεων και ορισμένων αφρικανικών κρατών
2. φρ. α) «δεν έχω φράγκο» — δεν έχω καθόλου χρήματα, είμαι απένταρος
β) «δεν δίνω φράγκο» — δεν μέ ενδιαφέρει καθόλου, δεν δίνω σημασία
γ) «δεν αξίζει φράγκο»
μτφ. (για πρόσ. και πράγμ.) δεν έχει καμία αξία, είναι ασήμαντο, είναι τελείως ευτελές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. franco < γαλλ. franc < μσν. λατ. Francus «Γάλλος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • φράγκο — το (λ. ιταλ.) 1. νομισματική μονάδα της Ελβετίας και ως το 2001 της Γαλλίας και του Bελγίου. 2. εμπορικός όρος που σημαίνει ότι η τιμή ενός εμπορεύματος περιλαβαίνει όχι μόνο την αξία του, αλλά και ναύλα, ασφάλιστρα, εισαγωγικό δασμό και κόμιστρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Φράγκος — ο, ΝΜ, θηλ. Φράγκα και Φράγκισσα Ν 1. κάτοικος τής δυτικής Ευρώπης, χωρίς εθνολογική διάκριση 2. Ρωμαιοκαθολικός νεοελλ. στον πληθ. οι Φράγκοι γερμανικός λαός που εγκαταστάθηκε τον 3ο μ.Χ. αιώνα στη δεξιά όχθη τού Ρήνου και αργότερα στη ρωμαϊκή… …   Dictionary of Greek

  • νομισματική ζώνη — Σύνολο των χωρών και περιοχών, στο χώρο των οποίων χρησιμοποιείται ελεύθερα για τις διεθνείς πληρωμές το ίδιο νόμισμα. Σήμερα σημαντικότερη ν. είναι η ζώνη του ευρώ (βλ. λήμμα ευρώ), όπου 12 από τις 15 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μοιράζονται το… …   Dictionary of Greek

  • Ατσαγιόλι — (Acciqiuoli). Διάσημη φλωρεντινή οικογένεια εμπόρων και τραπεζιτών. Άκμασε κυρίως τον 14o 15o αι., και έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ελλάδας κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας (τελευταίοι ηγεμόνες του δουκάτου των Αθηνών). 1. Νικόλαος.… …   Dictionary of Greek

  • Μετέωρα — Συγκρότημα μοναστηριών χτισμένων στην κορυφή απότομων και ξεκομμένων μεταξύ τους βράχων, διάσπαρτων σε μια έκταση περίπου τριάντα τ. χλμ., ανάμεσα στα όρη Χάσια, Αντιχάσια και Κόζιακας, του νομού Τρικάλων, στο σημείο ακριβώς, όπου ο Πηνειός… …   Dictionary of Greek

  • πεντόφραγκο — το 1. νόμισμα αξίας πέντε φράγκων 2. πεντάδραχμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντο (βλ. πεντα ) + φράγκο (πρβλ. δί φραγκο)] …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Γεώργιος — I (275 – 305 μ.Χ.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, γνωστός ως Τροπαιοφόρος και Θαυματουργός. Πληροφορίες για τη ζωή του περιέχουν τα Συναξάρια. Γεννήθηκε από εύπορους χριστιανούς γονείς και διέθετε πολλά φυσικά και πνευματικά χαρίσματα.… …   Dictionary of Greek

  • Κατελάνος, Φράγκος — (16ος αι.). Ζωγράφος. Καταγόταν από τη Θήβα. Θεωρείται o σημαντικότερος ζωγράφος μετά τον προγενέστερό του, Θεοφάνη. Με την υπογραφή του είναι γνωστή μόνο μία τοιχογραφική διακόσμηση, στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου, στη μονή της Λαύρας στον… …   Dictionary of Greek

  • Lingua franca — For other uses, see Lingua franca (disambiguation). A lingua franca (or working language, bridge language, vehicular language) is a language systematically used to make communication possible between people not sharing a mother tongue, in… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”